βάθρον

βάθρον
See also: s. βαίνω.
Page in Frisk: 1,208

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάθρον — that on which anything steps neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθροιν — βάθρον that on which anything steps neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθροις — βάθρον that on which anything steps neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθροισι — βάθρον that on which anything steps neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθροισιν — βάθρον that on which anything steps neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθρου — βάθρον that on which anything steps neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθρων — βάθρον that on which anything steps neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθρῳ — βάθρον that on which anything steps neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλόβαθρο — το (AM καλόβαθρον) καθένα από τα δύο ξύλινα κοντάρια τα οποία έχουν στο κάτω μέρος τους από μια μικρή βαθμίδα πάνω στην οποία πατώντας μπορεί κάποιος να περπατήσει ενώ βρίσκεται σε κάποιο ύψος πάνω από το έδαφος, αλλ. ξυλοπόδαρο νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • κωλόβαθρον — κωλόβαθρον, τὸ (Α) το ξυλοπόδαρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κῶλον + βάθρον (< βαίνω), πρβλ. διά βαθρον, υπό βαθρον] …   Dictionary of Greek

  • φυσόβαθρον — τὸ, Α (κατά το λεξ. Σούδα) «βάθρον τῶν φυσῶν χαλκέως»· [ΕΤΥΜΟΛ. < φῦσα + βάθρον] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.